Η οικογένεια του Ολυμπιακού και ολόκληρο το ελληνικό ποδόσφαιρο βυθίστηκαν σήμερα σε ανείπωτη θλίψη, καθώς ο Παρασκευάς Άντζας έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 49 ετών. Ο παλαίμαχος διεθνής αμυντικός άφησε την τελευταία του πνοή νοσηλευόμενος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) της Δράμας, σκορπώντας το πένθος στον φίλαθλο κόσμο της χώρας.
Η σκληρή μάχη με τη σπάνια ασθένεια
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο σπουδαίος πρώην ποδοσφαιριστής ανέβαινε έναν σιωπηλό “Γολγοθά”. Ο Άντζας διαγνώστηκε με ALS (Αμυοτροφική Πλάγια Σκλήρυνση), μια βαριά εκφυλιστική νόσο του κινητικού νευρώνα, την ίδια ακριβώς από την οποία έπασχε και ο διάσημος αστροφυσικός Στίβεν Χόκινγκ. Αυτή η εξαιρετικά σοβαρή πάθηση αδυνάτισε σταδιακά το σώμα του, αναγκάζοντάς τον να καθηλωθεί σε αναπηρικό αμαξίδιο, αλλά ποτέ δεν του στέρησε την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπιζε πάντα τις μεγάλες δυσκολίες.
Τα χρυσά χρόνια στο Λιμάνι
Στον αγωνιστικό χώρο, ο Παρασκευάς Άντζας υπήρξε ένας από τους κορυφαίους και πιο δυναμικούς κεντρικούς αμυντικούς της γενιάς του. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με την απόλυτη κυριαρχία του Ολυμπιακού, κατακτώντας με την ερυθρόλευκη φανέλα επτά πρωταθλήματα Ελλάδας και τρία Κύπελλα. Η πληθωρική του παρουσία δεν περιορίστηκε μόνο στον Πειραιά, αφού φόρεσε επίσης τα χρώματα της Ξάνθης και της Δόξας Δράμας, ενώ τίμησε το εθνόσημο καταγράφοντας 26 σπουδαίες συμμετοχές με την Εθνική Ελλάδας.
Τι γνωρίζουμε για τη νόσο ALS
Η αμυοτροφική πλάγια σκλήρυνση είναι μια σοβαρή νευροεκφυλιστική πάθηση που “χτυπά” τα κύτταρα τα οποία ευθύνονται για τον έλεγχο των εκούσιων μυϊκών κινήσεων. Καθώς οι κινητικοί νευρώνες καταστρέφονται αμετάκλητα, οι μύες των ασθενών αρχίζουν να εμφανίζουν σοβαρή ατροφία και αδυναμία, οδηγώντας σε σταδιακή κινητική παράλυση. Συνήθως “χτυπάει” ανθρώπους ηλικίας 40 έως 70 ετών, με τα πρώτα συμπτώματα να περιλαμβάνουν ανεξήγητες κράμπες, δυσκολία στο περπάτημα και προβλήματα στην ομιλία.
Στα τελικά στάδια, η ασθένεια επηρεάζει ακόμα και τους αναπνευστικούς μύες, δημιουργώντας τεράστιους κινδύνους για τη ζωή του ασθενούς, χωρίς ωστόσο να πειράζει τη νοητική του λειτουργία. Δυστυχώς, η ακριβής αιτία παραμένει ένα μεγάλο ιατρικό μυστήριο, καθώς μόνο ένα 5-10% οφείλεται σε καθαρά γενετικούς παράγοντες.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ριζική θεραπεία, παρά μόνο συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές, φυσικοθεραπείες και αναπνευστική υποστήριξη που στοχεύουν αποκλειστικά στην επιβράδυνση της νόσου και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.




















